17 Νοε 2011

Της ελιάς το δάκρυ!


"Πράσινα είν' τα νιάτα μου,
μαύρα τα γηρατειά μου,
χαροποιά η θλίψη μου,
τροφή τα δάκρυα μου."
Τι είναι;

Στο νηπιαγωγείο αυτή την εβδομάδα ασχολούνται με την ελιά και το λάδι. Χθες βγήκαν στην αυλή και ράβδισαν τη μια και μοναδική ελιά που έχουν εντός του σχολείου. Έτσι μου εξιστόρησε η νηπιαγωγός σήμερα το πρωί που το συζητούσαμε. Επίσης μας είχαν ζητήσει να τους πάμε ένα μικρό πλαστικό μπουκαλάκι με λάδι. Οφείλω να ομολογήσω ότι αναρωτήθηκα τι μπορεί να το θέλουν. 
Το απόγευμα που γύρισα από το γραφείο αντίκρυσα στον πάγκο της κουζίνας αυτό το υπέροχο γυάλινο μπουκαλάκι, που βλέπετε στη φωτογραφία, με τα μυρωδικά του, την κορδελίτσα του και το υπέροχο διακοσμητικό του. Αν μη τι άλλο η δασκάλα μας έχει γούστο, σκέφτηκα! Το μικρό γυάλινο μπουκαλάκι συνόδευε και η έντυπη έκδοση του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης με τίτλο "Το Λαλουσάκι", όπου είναι αφιερωμένο στο μήνα Νοέμβριο και φυσικά στο μάζεμα της ελιάς και την παραγωγή του λαδιού. Μέσα περιέχει και το παραμύθι "Της ελιάς το δάκρυ", όπως αναφέρει και ο τίτλος της ανάρτησης, που περιέχεται στο βιβλίο του Κώστα Καφαντάρη: "Το φιδόδεντρο. Ελληνικά Λαϊκά Παραμύθια" των εκδόσεων Οδυσσέας. Απολαύστε το!


Της ελιάς το δάκρυ!

Μια φορά ήταν μια κόρη φτωχή, μα πολύ εύμορφη. Ένας πλούσιος την είδε και την πήρε και την έκανε ψυχοκόρη του. Μια μέρα την έστειλε να μαζέψει ελιές από τα δέντρα του κι εκεί που σύναζε, βρίσκει ένα δάκρυο της ελιάς, το τρώει και λίγο λίγο το καταπίνει. Αμέσως η κόρη γκαστρώνεται, χωρίς να το καταλάβει. Σαν γίνηκε εννέα μηνών, γέννησε ένα παιδί αρσενικό. Μα σαν το γεννούσε, όλα τα βουνά σείονταν και μούγκριζαν κι οι δράκοντες όλοι ωρύονταν.
Το παιδί το βαφτίσανε και το βάλανε στο σχολείο και τόσο πρόκοψε, που όταν έγινε δεκαοχτώ χρονών, ήξερε όλα τα γράμματα. Μια μέρα λέει το παιδί του ψυχοπατέρα του:
"Ψυχοπατέρα, πήγαινε να μου κάμεις μια τοπούζα να είναι δέκα καντάρια γιατί εγώ δεν μπορώ να κάνω εδώ".
Πάει ο ψυχοπατέρας του κάνει μια τοπούζα, δηλαδή ένα σιδερένιο ρόπαλο, δέκα κανταρίων και του τη φέρνει φορτωμένη σε ένα αμάξι, που τραβούσανε δέκα βόδια. Σαν την είδε το παιδί, την πιάνει μια στο χέρι και λέει:
"Αυτή είναι μικρή, να μου κάνεις μια εικοσιπέντε κανταρίων."
Πάει ο ψυχοπατέρας και του παραγγέλνει μιαν άλλη τοπούζα εικοσιπέντε κανταρίων. Και σαν την είδε το παιδί και την έπιασε, λέει:
"Ναι, αυτή είναι του χεριού μου. Ας την πετάξω να δω ως που θα πάει."
Την πετάει λοιπόν και πάει δύο ώρες μακριά. Πάει το παιδί για να τη βρει κι εκεί που πήγαινε, απαντά στο δρόμο ένα δράκο που έβγαζε κυπαρίσσια και τα έκανε σκοινιά.
"Ώρα καλή, παλικάρι", του λέει του δράκου.
"Τι παλικάρι είμαι εγώ;", λέει ο δράκος, "παλικάρι είναι της Ελιάς το Δάκρυ".
"Και το γνωρίζεις της Ελιάς το Δάκρυ σαν το δεις;", λέει το παιδί.
"Όχι", λέει ο δράκος.
"Εγώ είμαι", λέει το παιδί κι αμέσως ο δράκος του φίλησε το χέρι.
"Μήπως άκουσες να περνά από δω καμιά τοπούζα;" ρωτά το παιδί.
"Άκουσα το βουητό της", λέει ο δράκος "κι έπεσα κάτω".
"Έρχεσαι μαζί μου;"
"Έρχομαι", λέει ο δράκος.

Φεύγουν λοιπόν με το δράκο και πάνε και βρίσκουν την τοπούζα. Την πιάνει πάλι το παιδί και της δίνει μια και πάει άλλες δυο μέρες μακριά. Κει λοιπόν που πήγαιναν για να τη βρουν, απαντούν έναν άλλο δράκο και ήτανε πεσμένος μες στο Μαίντρον κι είχε ανοιχτό το στόμα του κι έτρεχε νερό μέσα και δεν το άφηνε να πάει στην πόλη.
"Ώρα καλή παλικάρι", του λέει της Ελιάς το Δάκρυ.
"Τι παλικάρι είμαι εγώ; Παλικάρι είναι της Ελιάς το Δάκρυ".
"Εγώ είμαι της Ελιάς το Δάκρυ. Μα μην άκουσες να περάσει από δω καμιά  τοπούζα;"
"Άκουσα το φύσημα της και από το φόβο μου άφησα το νερό και πήρε μπροστά όλα τα χωράφια".
"Έρχεσαι μαζί μου;", λέει το παιδί.
"Έρχομαι".
Και κινήσανε να βρούνε την τοπούζα. Σαν τη βρήκανε, την πιάνει πάλι το παιδί και τη ρίχνει και πάει δύο ώρες μακριά. Κει λοιπόν που πηγαίνανε να τη βρούνε, απαντούνε έναν άλλο δράκο, που ήταν μέσα σε ένα βαθύ ποταμό και περνούσαν από πάνω διαφόρων ειδών ζώα και άνθρωποι.
"Ώρα καλή παλικάρι", του λέει της Ελιάς το Δάκρυ.
"Τι παλικάρι είμαι εγώ; Παλικάρι είναι της Ελιάς το Δάκρυ", λέει ο δράκος.
"Αν το δεις το γνωρίζεις;", λέει το παιδί.
"Όχι".
"Εγώ το λοιπόν είμαι. Έρχεσαι μαζί μου;"
"Έρχομαι", του λέει ο δράκος.
"Μην άκουσες να περάσει από δω καμία τοπούζα;"
"Άκουσα το φύσημα της κι από το φόβο μου χάλασα το γεφύρι κι έγινε μεγάλος αφανισμός".
"Πάμε να τη βρούμε", λέει το παιδί.

Πήγαν λοιπόν και βρήκαν την τοπούζα. Την πιάνει πάλι το παιδί, της δίνει μία και πάει άλλες ώρες μακριά.. Εκεί που πήγαιναν να βρουν την τοπούζα, βρίσκουν της δρακόντισσας την κόρη που έδινε μια και με τη δύναμη της άλεθαν εφτά μύλοι.
"Ώρα καλή, δρακόντισσας κόρη. Πολύ ανδρεία είσαι", λέει το παιδί.
"Ανδρείος είναι της Ελιάς το Δάκρυ", λέει η κόρη.
"Εγώ είμαι εκείνος. Μην άκουσες να περάσει καμιά τοπούζα από δω;"
"Άκουσα το φύσημα της κι από το φόβο μου χασομέρησαν κάμποση ώρα οι μύλοι".
"Και δεν ξέρεις που πήγε;"
"Θαρρώ πως πήγε στο σπίτι μας".
"Είναι μακριά το σπίτι σας από δω;"
"Είναι ως μια ώρα".
"Άϊντε να μας το δείξεις".
Σηκώνεται η κόρη και παίρνει της Ελιάς το Δάκρυ και τους συντρόφους του και πάει στο σπίτι της. Σαν την είδε η μάνα της η δρακόντισσα μ' αυτούς, πολύ της κακοφάνηκε κι αρπάζει έναν πεύκο και τρέχει κατά πάνω τους. Τότε λέει η κόρη:
"Μη, γιατί είναι της Ελιάς το Δάκρυ".
Κι αμέσως η μάνα άφησε τον πεύκο και πήγε και τους προσκύνησε και τους λέει;
"Καλώς ορίσατε".
"Μην ήρθε εδώ η τοπούζα μου;", ρωτά το παιδί.
"Εδώ είναι και ολίγο έλειψε να μου χαλάσει το παλάτι. Μόνο τώρα θέλω να δω την ανδρεία σας. Έχω  εφτά καζάνια και στο καθένα βράζει ένα βόδι. Όποιος από τους τέσσερις σας φάει και τα εφτά βόδια, θα του δώσω την πιο όμορφη κόρη μου, που έχω στο παλάτι μου".
"Αυτό χολάς;" λέει εκείνος που είχε τον ποταμό στο στόμα του. "Εγώ τα τρώω".
Και χλουπ! μια, κατεβάζει και τα βόδια και τα καζάνια.
"Ω! εσύ ρούφηξες ακόμη και τα καζάνια, εμείς τέτοια συμφωνία δεν είχαμε".

Και πήρε την κόρη. Έπειτα λέει πάλι η δρακόντισσα:
"Σας βάζω κι άλλο να κάνετε. Βλέπετε αυτή την καρυδιά; Ποιος από σας είναι άξιος με μια τιναξιά να κατεβάσει όλα τα καρύδια κάτω;"
"Αμ τέτοιο μικρό πράμα θέλεις;" λέει εκείνος με το γεφύρι. "Εγώ είμαι. Μα τι θα μου δώσεις;"
"Θα σου δώσω την κόρη μου, που με τη δύναμη της αλέθονται οι μύλοι".
"Καλά", λέει ο δράκος και δίνει μια της καρυδιάς, και πέταξε κάτω όλα τα καρύδια και την καρυδιά ακόμα.
"Αχ, καημένε, εσύ έριξες και την καρυδιά ακόμα", λέει η δρακόντισσα. "Όμως, πάρε την κόρη μου, γιατί βρήκες το ταίρι σου. Τώρα όποιος μπορεί να βγάλει αυτά τα τρία κυπαρίσσια να τα κάμει πλεξούδα, θα πάρει κι εμένα".
"Στάσου", λέει εκείνος ο δράκος που έβγαζε τα κυπαρίσσια και τα έκανε σχοινιά. "Εγώ θα τα βγάλω και θα τα κάνω πλεξούδα. Εγώ όμως δε θα σε πάρω, μόνο θα πάω με τον αφέντη, της Ελιάς το Δάκρυ".
Έβγαλε το λοιπόν τα τρία κυπαρίσσια και τα έκαμε πλεξούδα και την πέταξε και επήγε με της Ελιάς το Δάκρυ. Έτσι περπατήσανε μια βδομάδα και φθάσανε σε μια ωραία πολιτεία κι εκεί ήταν ένας βασιλιάς, που είχε μια κόρη πολύ όμορφη και είχε σαράντα καπλάνια (τίγρεις) και τη φύλαγαν για να μην πάνε οι δράκοι και την πάρουν. Το έμαθε της Ελιάς το Δάκρυ και λέει του συντρόφου του δράκου:
"Πάμε να πάρουμε την κόρη;"
Κι ο σύντροφος του λέει:
"Φοβούμαι τα καπλάνια".
"Αμ αυτή η τοπούζα τι κάνει;" του λέει της Ελιάς το Δάκρυ.
Επήγαν το λοιπόν και τα καπλάνια σαν τον είδαν τον προσκύνησαν. Κι ο βασιλέας φοβήθηκε σαν το άκουσε και είπε:
"Ποιος είναι αυτός που και τα καπλάνια μου τον προσκυνούνε;"
Τότε της Ελιάς το Δάκρυ αρχίνησε να ανεβαίνει απάνω στο παλάτι, σηκώνοντας την τοπούζα, και το παλάτι αρχίνησε να σειέται. Λοιπόν ο βασιλέας του λέει:
"Άφησε τουλάχιστον την τοπούζα κι έλα απάνω μόνος".
Και σαν πήγε απάνω του λέει:
"Ποιος είσαι εσύ, που σε προσκύνησαν τα καπλάνια μου, που φοβούνται οι σαράντα δράκοι, που θέλουν να έρθουνε να πάρουν την κόρη μου;"
"Εγώ είμαι της Ελιάς το Δάκρυ".
Τότε του λέει ο βασιλιάς:
"Εσύ είσαι;"
"Εγώ είμαι" λέει εκείνος.

Τότε λέει ο βασιλιάς:
"Κι εγώ σε περίμενα τόσο καιρό να έρθεις να σου δώσω την κόρη μου".
Κι αμέσως έκανε το γάμο και τον έκαμε βασιλέα στον τόπο του κι έδωσε ύστερα την άδεια κι έφυγαν τα καπλάνια.

Μήτε εγώ ήμουνα εκεί, μήτε εσείς να το πιστέψετε!

"Άγγελοι ζωγραφίσανε το γαϊτανόφρυδό σου
και το κοντύλι έσταξε ελιά στο μάγουλο σου"





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας άρεσε;
Σχολιάστε...............